καπνός

ὁ καπνός дым

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "καπνός" в других словарях:

  • καπνός — with smokecoloured grapes masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καπνός — I (Βοτ.). Ονομασία που αποδίδεται στο γένος Nicotiana, σε ορισμένα είδη αυτού του γένους και στα ξηραμένα φύλλα αυτών των φυτών. Από το είδος Nicotiana rustica παράγεται ο κ. σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης, ωστόσο το παγκόσμιο εμπόριο κ.… …   Dictionary of Greek

  • καπνός — I 1.αεριώδες μείγμα από αέρια ατμού και αιθάλης που βγαίνει κατά την καύση οποιασδήποτε ουσίας: Τα ξύλα αυτά βγάζουν πολύ καπνό. 2. (παροιμ.): «Κάθε ξύλο έχει τον καπνό του», που σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος έχει τις ιδιοτροπίες του. 3. η φράση… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καπνός — [капнос] ουσ. а. дым …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • καπνοῖς — καπνός with smokecoloured grapes masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καπνούς — καπνός with smokecoloured grapes masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καπνέ — καπνός with smokecoloured grapes masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καπνῷ — καπνός with smokecoloured grapes masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καπνόν — καπνός with smokecoloured grapes masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάπνισμα — I Εισπνοή καπνού, προερχόμενου από καιόμενη ουσία (όπως τα φύλλα του ομώνυμου φυτού). Αποτελεί μία συνήθεια που προήλθε από τους γηγενείς της αμερικανικής ηπείρου. Ως τρόποι κ. αναφέρονται το τσιγάρο, η πίπα, το πούρο και –καταχρηστικά, επειδή η… …   Dictionary of Greek

  • ναργιλές — Συσκευή καπνίσματος, που χρησιμοποιείται στις χώρες της Ανατολής. Λέγεται και ναργελές, αργελές και αργιλές. Αποτελείται από μια φιάλη γεμάτη νερό από το οποίο περνά ο καπνός, πριν φτάσει στο στόμα του καπνιστή. Η ονομασία του προέρχεται από την… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.